θήρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Θήρα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θήρα θήρες
γενική θήρας θηρών
αιτιατική θήρα θήρες
κλητική θήρα θήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θήρα < αρχαία ελληνική θήρα θήρα και θήρη (κυνήγι) < θήρ (σαρκοφάγο ζώο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θήρα θηλυκό

  1. το κυνήγι (ζώων)
  2. (μεταφορικά) το κυνήγι, η άγρα, η επιδίωξη ενός πράγματος με επιμονή
  3. ό,τι κυνηγάει κανείς, το θήραμα


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θήρα < θήρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θήρα θηλυκό (ιωνικός τύπος θήρη)

  • ἰέναι ἐπὶ τὴν θήρην (: πάμε για κυνήγι)
  • ἡ περὶ θάλατταν θήρα
  • κυνηγεσία καὶ ἡ ἄλλη θήρα
  • τήν θήραν ἐπὶ τοῦ μέσου τηροῦσα (: παρακολουθώντας <η αράχνη> το θύμα της)
  • η επίμονη επιδίωξη
  • για αιχμαλώτους
  • δόλιος Ὀδυσσεὺς εἷλε δέσμιόν τ᾽ ἄγων ἔδειξ᾽ Ἀχαιοῖς ἐς μέσον, θήραν καλήν (: ο ύπουλος Οδυσσέας τον έσυρε δέσμιο και τον επέδειξε στους Αχαιούς, λεία καλή)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]