κάρβουνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρβουνο καρβουνα
γενική καρβουνου καρβουνων
αιτιατική καρβουνο καρβουνα
κλητική καρβουνο καρβουνα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κάρβουνο < μεσαιωνική ελληνική κάρβουνον < λατινική carbo

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈkaɾ.vu.nɔ/
κάρβουνα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κάρβουνο ουδέτερο

  1. υλικό από άνθρακα, το οποίο παράγεται με αργή και ατελή καύση οργανικών ουσιών (κυρίως το ξύλο) και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη
  2. (ειδικότερα) το ξυλοκάρβουνο
  3. (συνεκδοχικά) κάτι που έχει καεί ολότελα, που έχει απανθρακωθεί
  4. (τέχνες) ειδική μορφή άνθρακα σε σχήμα κοντυλιού που χρησιμοποιείται για σχέδιο ζωγραφικής

[] Εκφράσεις

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες