κάρβουνο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καρβουνο | καρβουνα |
| γενική | καρβουνου | καρβουνων |
| αιτιατική | καρβουνο | καρβουνα |
| κλητική | καρβουνο | καρβουνα |
[
]
Ετυμολογία
- κάρβουνο < μεσαιωνική ελληνική κάρβουνον < λατινική carbo
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈkaɾ.vu.nɔ/
[
]
Ουσιαστικό
κάρβουνο ουδέτερο
- υλικό από άνθρακα, το οποίο παράγεται με αργή και ατελή καύση οργανικών ουσιών (κυρίως το ξύλο) και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη
- (ειδικότερα) το ξυλοκάρβουνο
- (συνεκδοχικά) κάτι που έχει καεί ολότελα, που έχει απανθρακωθεί
- (τέχνες) ειδική μορφή άνθρακα σε σχήμα κοντυλιού που χρησιμοποιείται για σχέδιο ζωγραφικής