καταλύτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καταλύτης < καταλύω
ο καταλύτης ενός αυτοκινήτου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καταλύτης αρσενικό

  1. (χημεία) ουσία που αυξάνει την ταχύτητα μιας χημικής αντίδρασης, χωρίς να μεταβάλλεται ή ίδια
  2. (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διεργασίας
    η παραίτηση του βουλευτή λειτούργησε ως καταλύτης των πολιτικών εξελίξεων
  3. (στο αυτοκίνητο) εξάρτημα των κινητήρων που λειτουργούν με αμόλυβδη βενζίνη· παρεμβάλλεται στην εξάτμιση και μειώνει την τοξικότητα των εκπεμπόμενων καυσαερίων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]