καταλύτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- καταλύτης < καταλύω
[
]
Ουσιαστικό
καταλύτης αρσενικό
- (χημεία) ουσία που βοηθά να εξελιχθεί μια χημική αντίδραση
- (κατ' επέκταση) οτιδήποτε συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διεργασίας
- η παραίτηση του βουλευτή λειτούργησε ως καταλύτης των πολιτικών εξελίξεων
- (στο αυτοκίνητο) εξάρτημα των κινητήρων που λειτουργούν με αμόλυβδη βενζίνη· παρεμβάλλεται στην εξάτμιση και μειώνει την τοξικότητα των εκπεμπόμενων καυσαερίων
[
]
[
]
Δείτε επίσης
- catalytic converter στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια
[
]
Μεταφράσεις
καταλύτης