ξένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξένος | ξένη | ξένο |
| Γενική | ξένου | ξένης | ξένου |
| Αιτιατική | ξένο | ξένη | ξένο |
| Κλητική | ξένε | ξένη | ξένο |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | ξένοι | ξένες | ξένα |
| Γενική | ξένων | ξένων | ξένων |
| Αιτιατική | ξένους | ξένες | ξένα |
| Κλητική | ξένοι | ξένες | ξένα |
Ετυμολογία
- ξένος < αρχαία ελληνική ξένος
Προφορά
Επίθετο
ξένος -η -ο
- που προέρχεται από άλλο τόπο
- που προέρχεται από ή ανήκει σε ή χαρακτηρίζει άλλη χώρα
- ξένη γλώσσα, ξένα πανεπιστήμια, το ξένο κεφάλαιο
- που δεν μου ταιριάζει ή δεν είμαι εξοικειωμένος μαζί του
- μου είναι ξένες αυτές οι συνήθειες
- που ανήκει σε κάποιον άλλο
- δεν μπορώ να φορέσω ξένα ρούχα
- ο ξένος πόνος δεν πρέπει να μας αφήνει ααδιάφορους
- (μαθηματικά) για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι κενή
- τα σύνολα { α, β } και { γ, δ, ε } είναι ξένα σύνολα
Εκφράσεις
- ξένο σώμα: κάτι που δεν μπορεί να ενταχθεί οργανικά σε ένα σύνολο
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Μεταφράσεις
|
Ουσιαστικό
ξένος αρσενικό
- που προέρχεται από άλλο τόπο
- αλλοδαπός
- που δεν ανήκει στην οικογένεια
- φιλοξενούμενος
Μεταφράσεις
Αρχαία ελληνικά (grc)
Επίθετο
ξένος