ξένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ξένος ξένη ξένο
γενική ξένου ξένης ξένου
αιτιατική ξένο ξένη ξένο
κλητική ξένε ξένη ξένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξένοι ξένες ξένα
γενική ξένων ξένων ξένων
αιτιατική ξένους ξένες ξένα
κλητική ξένοι ξένες ξένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξένος < αρχαία ελληνική ξένος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ˈksɛ.nɔs/

Open book 01.svg Επίθετο []

ξένος -η -ο

  1. που προέρχεται από άλλο τόπο
  2. που προέρχεται από ή ανήκει σε ή χαρακτηρίζει άλλη χώρα
    ξένη γλώσσα, ξένα πανεπιστήμια, το ξένο κεφάλαιο
  3. που δεν μου ταιριάζει ή δεν είμαι εξοικειωμένος μαζί του
    μου είναι ξένες αυτές οι συνήθειες
  4. που ανήκει σε κάποιον άλλο
    δεν μπορώ να φορέσω ξένα ρούχα
    ο ξένος πόνος δεν πρέπει να μας αφήνει ααδιάφορους
  5. (μαθηματικά) για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι κενή
    τα σύνολα { α, β } και { γ, δ, ε } είναι ξένα σύνολα

Εκφράσεις []

  • ξένο σώμα: κάτι που δεν μπορεί να ενταχθεί οργανικά σε ένα σύνολο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []

32πχ Μεταφράσεις []


Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ξένος αρσενικό

  1. αυτός που προέρχεται από άλλο τόπο
  2. αλλοδαπός
  3. αυτός που δεν ανήκει στην οικογένεια
  4. φιλοξενούμενος

32πχ Μεταφράσεις []



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []


Open book 01.svg Επίθετο []

ξένος