κλαίω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κλαίω < αρχαία ελληνική κλαίω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kel- ή * klau-

Open book 01.svg Ρήμα[]

κλαίω (παθητική φωνή: κλαίγομαι)

  1. τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου (και κάποτε φωνάζω), εξαιτίας κάποιας (ευχάριστης ή -συνήθως- δυσάρεστης) ψυχικής αναταραχής ή πόνου (ή για άλλους λόγους, π.χ. καθάρισμα κρεμμυδιών!)
  2. στενοχωριέμαι
  3. (παθητική φωνή) κλαίγομαι: παραπονιέμαι συνεχώς, ενίοτε χωρίς σοβαρό λόγο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

  • βαράτε (τραβάτε) με κι ας κλαίω
  • βάζω τη σκούπα (γάτα) μου να κλαίει
  • θα κλάψουν μανούλες
  • κλαίνε οι χήρες, κλαίνε και οι παντρεμένες;
  • κλαίω και οδύρομαι
  • κλαίω με μαύρο δάκρυ
  • κλαίει τη μοίρα του
  • κλάφ’ τα, Χαράλαμπε
  • να τον κλαίνε οι ρέγγες
  • ούτε κλαίει ούτε γελάει

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]