κρεμμύδι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κρεμμύδι | κρεμμύδια |
| γενική | κρεμμυδιού | κρεμμυδιών |
| αιτιατική | κρεμμύδι | κρεμμύδια |
| κλητική | κρεμμύδι | κρεμμύδια |
Ετυμολογία [
]
- κρεμμύδι < αρχαία ελληνική κρόμμυον
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /kɾɛ.ˈmi.ði/
Ουσιαστικό [
]
κρεμμύδι ουδέτερο ή κρομμύδι
- κοινή ονομασία του φυτού Allium cepa
- o εδώδιμος υπόγειος βλαστός (βολβός) του φυτού αυτού
Εκφράσεις [
]
- ντυμένος σαν κρεμμύδι: που φοράει πολλά ρούχα, το ένα πάνω από το άλλο
Δείτε επίσης [
]
- κρεμμύδι στη Βικιπαίδεια
