κρεμμύδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρεμμύδι κρεμμύδια
γενική κρεμμυδιού κρεμμυδιών
αιτιατική κρεμμύδι κρεμμύδια
κλητική κρεμμύδι κρεμμύδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρεμμύδι < αρχαία ελληνική κρόμμυον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kɾɛ.ˈmi.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρεμμύδια

κρεμμύδι ουδέτερο ή κρομμύδι

  1. κοινή ονομασία του φυτού Allium cepa
  2. o εδώδιμος υπόγειος βλαστός (βολβός) του φυτού αυτού

Εκφράσεις[]

  • ντυμένος σαν κρεμμύδι: που φοράει πολλά ρούχα, το ένα πάνω από το άλλο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]