κλεψύδρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κλεψύδρα | κλεψύδρες |
| γενική | κλεψύδρας | κλεψυδρών |
| αιτιατική | κλεψύδρα | κλεψύδρες |
| κλητική | κλεψύδρα | κλεψύδρες |
[
]
Ετυμολογία
- κλεψύδρα < αρχαία ελληνική κλεψύδρα < κλέπτω + ὕδωρ
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /klɛ.ˈpsi.ðɾa/
[
]
Ουσιαστικό
κλεψύδρα θηλυκό
- όργανο μέτρησης του χρόνου με νερό. Αποτελείται από δύο δοχεία, το ένα πάνω από το άλλο, που συνδέονται με πολύ στενό σωληνάκι. Το νερό χύνεται από το πάνω δοχείο στο κάτω, σε ορισμένο χρονικό διάστημα.
- (κατ' επέκταση) το ίδιο όργανο μέτρησης του χρόνου, αλλά με άμμο