κουμπότρυπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κουμπότρυπα | κουμπότρυπες |
| γενική | κουμπότρυπας | κουμποτρυπών |
| αιτιατική | κουμπότρυπα | κουμπότρυπες |
| κλητική | κουμπότρυπα | κουμπότρυπες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
κουμπότρυπα θηλυκό
- έβαλε ένα γαρύφαλλο στην κουμπότρυπα του σακακιού
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
κουμπότρυπα