κύκνος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Κύκνος


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κύκνος κύκνοι
Γενική κύκνου κύκνων
Αιτιατική κύκνο κύκνους
Κλητική κύκνε κύκνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κύκνος < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈci.knos/
ένας κύκνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

κύκνος αρσενικό

  • (ορνιθολογία) (Cygnus olor) μεγάλο νηκτικό πτηνό, συνήθως λευκό, με μεγάλο και ευέλικτο λαιμό. Διακρίνεται για την ομορφιά του

Εκφράσεις

  • Η Λίμνη των Κύκνων: μουσικό έργο για μπαλέτο του Tσαϊκόφσκι
  • λαιμός σαν κύκνος: λεπτός, λευκός και μακρύς λαιμός

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις