μάντρα
Από Βικιλεξικό
|
Αναθεώρηση : Χρησιμοποιείται στα ελληνικά η λέξη αυτή με την Ινδουιστική σημασία;.
|
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία 1 [
]
- μάντρα < αρχαία ελληνική μάνδρα (1)
- μάντρα < σανσκριτική मन्त्र (māntra) (2)
Ουσιαστικό 1 [
]
μάντρα θηλυκό (πληθυντικός μάντρες)
- οικόπεδο, συνήθως περιφραγμένο, που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και την πώληση οικοδομικών υλικών, αυτοκινήτων κλπ
- ο μαντρότοιχος
[
]
Μεταφράσεις [
]
μάντρα
|
Ουσιαστικό 2 [
]
μάντρα θηλυκό (πληθυντικός μάντρες)
Μεταφράσεις [
]
μάντρα