μάντρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάντρα < αρχαία ελληνική μάνδρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάντρα θηλυκό (πληθυντικός μάντρες)

  1. οικόπεδο, συνήθως περιφραγμένο, που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και την πώληση οικοδομικών υλικών, αυτοκινήτων κλπ
  2. ο μαντρότοιχος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάντρα < σανσκριτική मन्त्र (māntra)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάντρα ουδέτερο

  • συλλαβές που επαναλαμβάνουν οι διαλογιζόμενοι ως μορφή επίκλησης


32πχ Μεταφράσεις[]