μαζοχιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαζοχιστής μαζοχιστές
γενική μαζοχιστή μαζοχιστών
αιτιατική μαζοχιστή μαζοχιστές
κλητική μαζοχιστή μαζοχιστές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μαζοχιστής < γαλλική masochiste

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μαζοχιστής αρσενικό, μαζοχίστρια, θηλυκό

  • κάποιος που απολαμβάνει την αίσθηση πόνου, είτε ψυχολογικά είτε σωματικά
    το να είσαι μαζοχιστής δεν σημαίνει αυτόματα ότι είσαι και αυτοκαταστροφικός

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες