μαρκήσιος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαρκήσιος | μαρκήσιοι |
| γενική | μαρκησίου | μαρκησίων |
| αιτιατική | μαρκήσιο | μαρκησίους |
| κλητική | μαρκήσιε | μαρκήσιοι |
[
]
Ετυμολογία
- μαρκήσιος < μεσαιωνική ελληνική < ύστερη λατινική marchensis < αρχαία υψηλή γερμανική marcha (σύνορο)
[
]
Ουσιαστικό
μαρκήσιος αρσενικό, μαρκησία θηλυκό
- φεουδάρχης/ευγενής με τίτλο ευγενείας ανώτερο από του κόμη και κατώτερο από του δούκα