μισώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αρχαία λέξη (μισῶ)
Ρήμα
μισώ
- έχω εχθρική διάθεση εναντίον ενός ανθρώπου ή κατάστασης
Εκφράσεις
- τρέφω μίσος για κάποιον : εχθρεύομαι / μισώ κάποιον
Συγγενικές λέξεις
- μισαλλοδοξία, μισαλλόδοξος
- μισανδρία, μίσανδρος
- μισανθρωπία, μισάνθρωπος
- μισέλληνας, μισελληνικός, μισελληνισμός
- μισητά, μισητός
- μισογύνης, μισογυνία, μισογυνισμός
- μισονεϊσμός, μισονεϊστής
- μισόξενος
- μίσος
Σημειώσεις
Προσοχή! πολλές λέξεις που αρχίζουν από μισ- ή μισο- σημαίνουν κάτι το ατελείωτο, το λειψό

