Από Βικιλεξικό
- μισώ < αρχαία ελληνική μισέω, -ῶ
μισώ
- τρέφω μίσος (για κάποιον) : εχθρεύομαι / μισώ κάποιον
Συγγενικές λέξεις
Σημειώσεις
Προσοχή! πολλές λέξεις που αρχίζουν από μισ- ή μισο- σημαίνουν κάτι το ατελείωτο, το λειψό
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
μισήσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
μισώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
μισώ |
μισείς |
μισεί |
μισούμε |
μισείτε |
μισούν |
| παρατατικός |
μισούσα |
μισούσες |
μισούσε |
μισούσαμε |
μισούσατε |
μισούσαν |
| αόριστος |
μίσησα |
μίσησες |
μίσησε |
μισήσαμε |
μισήσατε |
μίσησαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα μισώ |
θα μισείς |
θα μισεί |
θα μισούμε |
θα μισείτε |
θα μισούν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα μισήσω |
θα μισήσεις |
θα μισήσει |
θα μισήσουμε |
θα μισήσετε |
θα μισήσουν |
| παρακείμενος α' |
έχω μισήσει |
έχεις μισήσει |
έχει μισήσει |
έχουμε μισήσει |
έχετε μισήσει |
έχουν μισήσει |
| παρακείμενος β' |
έχω μισημένο |
έχεις μισημένο |
έχει μισημένο |
έχουμε μισημένο |
έχετε μισημένο |
έχουν μισημένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα μισήσει |
είχες μισήσει |
είχε μισήσει |
είχαμε μισήσει |
είχατε μισήσει |
είχαν μισήσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα μισημένο |
είχες μισημένο |
είχε μισημένο |
είχαμε μισημένο |
είχατε μισημένο |
είχαν μισημένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω μισήσει |
θα έχεις μισήσει |
θα έχει μισήσει |
θα έχουμε μισήσει |
θα έχετε μισήσει |
θα έχουν μισήσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω μισημένο |
θα έχεις μισημένο |
θα έχει μισημένο |
θα έχουμε μισημένο |
θα έχετε μισημένο |
θα έχουν μισημένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να μισώ |
να μισείς |
να μισεί |
να μισούμε |
να μισείτε |
να μισούν |
| αόριστος |
να μισήσω |
να μισήσεις |
να μισήσει |
να μισήσουμε |
να μισήσετε |
να μισήσουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω μισήσει |
να έχεις μισήσει |
να έχει μισήσει |
να έχουμε μισήσει |
να έχετε μισήσει |
να έχουν μισήσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω μισημένο |
να έχεις μισημένο |
να έχει μισημένο |
να έχουμε μισημένο |
να έχετε μισημένο |
να έχουν μισημένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
μίσει |
|
|
μισείτε |
|
| αόριστος |
|
μίσησε |
|
|
μισήστε |
|
|