νεότερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νεότερος < αρχαία ελληνική νεώτερος, συγκριτικός βαθμός του νέος

Open book 01.svg Επίθετο[]

νεότερος, -η, -ο

  1. πιο νέος σε ηλικία, μικρότερος
    μετά τις διακοπές φαίνεται δέκα χρόνια νεότερος
  2. που αναφέρεται στην περίοδο που είναι πιο κοντινή στην εποχή μας
    η νεότερη ποίηση απαρνήθηκε την ομοιοκαταληξία
  3. (με άρθρο) συνοδευτικό του ονόματος του γιού που έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα του
    Η Κυρία με τις Καμέλιες είναι ένα κλασικό έργο του Αλέξανδρου Δουμά του νεότερου

Blue Glass Arrow.svg Γράφεται επίσης []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]