νηφάλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νηφάλιος < αρχαία ελληνική νηφάλιος

Open book 01.svg Επίθετο[]

νηφάλιος

  1. που δεν βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, ξεμέθυστος
  2. που διαθέτει ή χαρακτηρίζεται από διαύγεια πνεύματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νηφάλιος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

νηφάλιος

  1. ξεμέθυστος
  2. που δεν είναι μεθύστακας
  3. (για ποτό) μη αλκοολούχος
  4. (μεταφορικά) που διαθέτει ή χαρακτηρίζεται από διαύγεια πνεύματος