νηφάλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νηφάλιος < αρχαία ελληνική νηφάλιος

[] Open book 01.svg Επίθετο

νηφάλιος

  1. που δεν βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, ξεμέθυστος
  2. που διαθέτει ή χαρακτηρίζεται από διαύγεια πνεύματος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νηφάλιος < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Επίθετο

νηφάλιος

  1. ξεμέθυστος
  2. που δεν είναι μεθύστακας
  3. (για ποτό) μη αλκοολούχος
  4. (μεταφορικά) που διαθέτει ή χαρακτηρίζεται από διαύγεια πνεύματος
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες