ουρακοτάγκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ουρακοτάγκος ουρακοτάγκοι
γενική ουρακοτάγκου ουρακοτάγκων
αιτιατική ουρακοτάγκο ουρακοτάγκους
κλητική ουρακοτάγκε ουρακοτάγκοι
Ουρακοτάγκος(1)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ουρακοτάγκος < (μαλαισιανή) orang + (h)utan (άνθρωπος + δάσος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ουρακοτάγκος αρσενικό

  1. (ζωολογία) ανθρωπόμορφος πίθηκος του γένους Pongo της υποοικογένειας Ponginae
  2. (υβριστικά) κακάσχημος άνθρωπος

Blue Glass Arrow.svg Γράφεται επίσης []

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις[]