πίθηκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πίθηκος πίθηκοι
γενική πιθήκου
& πίθηκου
πιθήκων
& πίθηκων
αιτιατική πίθηκο πιθήκους
& πίθηκους
κλητική πίθηκε πίθηκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πίθηκος < αρχαία ελληνική πίθηκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πίθηκος αρσενικό

  1. (ζωολογία) ζώο που ανήκει στα πρωτεύοντα θηλαστικά (π.χ. χιμπατζής, ουραγκοτάγκος κ.λπ, όχι όμως και ο άνθρωπος)
  2. (μεταφορικά) άσχημος άντρας, συνήθως πολυ τριχωτός

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]