οφειλόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική οφειλόμενος οφειλόμενη οφειλόμενο
γενική οφειλόμενου οφειλόμενης οφειλόμενου
αιτιατική οφειλόμενο οφειλόμενη οφειλόμενο
κλητική οφειλόμενε οφειλόμενη οφειλόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οφειλόμενοι οφειλόμενες οφειλόμενα
γενική οφειλόμενων οφειλόμενων οφειλόμενων
αιτιατική οφειλόμενους οφειλόμενες οφειλόμενα
κλητική οφειλόμενοι οφειλόμενες οφειλόμενα

Open book 01.svg Μετοχή[]

οφειλόμενος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος οφείλω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]