πάτωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πάτωμα < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πάτωμα

  1. η κάτω οριζόντια εσωτερική επιφάνεια ενός σπιτιού ή διαμερίσματος κ.λπ.· το δάπεδο
    μην κάθεσαι στο πάτωμα, πάρε μια καρέκλα
  2. (ειδικότερα) το ξύλινο δάπεδο ενός δωματίου
    στις κρεβατοκάμαρες βάλαμε πάτωμα αλλά στην κουζίνα πλακάκι
  3. ο όροφος ενός κτηρίου
    πόσα πατώματα θα έχει αυτή η πολυκατοικία όταν τελειώσει;

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες