παντόφλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παντόφλα παντόφλες
γενική παντόφλας
αιτιατική παντόφλα παντόφλες
κλητική παντόφλα παντόφλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παντόφλα (αντιδάνειο) γαλλική pantoufle < λατινική pantofolla < αρχαία ελληνική παντόφελλος (κάτι που έχει παντού φελλό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ένα ζευγάρι παντόφλες

παντόφλα θηλυκό

  1. τύπος υποδήματος ανοιχτού, συνήθως αλλ' όχι πάντα στο πίσω μέρος· φοριέται μέσα στο σπίτι, χωρίς κάλτσες συνήθως και είναι πολύ βολική
  2. (οικείο) τύπος μικρού ανοιχτού οχηματαγωγού πλοίου για μικρές αποστάσεις· ονομάστηκε έτσι λόγω του ανοιχτού καταστρώματός του που θυμίζει το πίσω μέρος παντόφλας. πρβλ. λάντζα
  3. (αργκό) βλακεία, κοτσάνα, ανοησία
    Ήθελες-δεν ήθελες, την αμόλυσες την παντόφλα σου πάλι...
  4. (αργκό, υβριστικό) υποτιμητικός χαρακτηρισμός για γυναίκα πρβλ. κατσάρι
  5. (αργκό) πορτοφόλι (γενικά) < από το επί το πλείστον δερμάτινο πορτοφόλι για ψιλά, λόγω του σχήματός του όταν είναι ανοιχτό
    Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες, / για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες (από το τραγούδι του Βαγγέλη Παπάζογλου "Κάτω στα λεμονάδικα")
  6. (ειρωνικά) ογκώδες κινητό (συνήθως παλαιάς τεχνολογίας)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]