παράθεση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- παράθεση < ελληνιστική κοινή παράθεσις
Ουσιαστικό [
]
παράθεση θηλυκό
- η ενέργεια του παραθέτω
- η παράθεση επιχειρημάτων
- η ενσωμάτωση σε κείμενο αποσπάσματος ενός άλλου κειμένου
- (γραμματική) ομοιόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός που δηλώνει μια γνωστή ιδιότητα του προσδιοριζόμενου ουσιαστικού
Μεταφράσεις [
]
παράθεση