Από Βικιλεξικό
| Πτώση |
Ενικός |
Πληθυντικός |
| Ονομαστική |
πελατεία |
- |
| Γενική |
πελατείας |
- |
| Αιτιατική |
πελατεία |
- |
| Κλητική |
πελατεία |
- |
- πελατεία < πελάτης: μεταφραστικό δάνειο από (γαλλικά) clientèle (fr)
- ΔΦΑ : /pɛ.la.ˈti.a/
πελατεία θηλυκό μόνο στον ενικό
- οι καταναλωτές ή οι αγοραστές των προϊόντων ενός καταστήματος, μιας επιχείρησης κ.λπ. ή οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ενός ελεύθερου επαγγελματία
- γιατρός με πελατεία από το χώρο των ηθοποιών
- οι άνθρωποι που υποστηρίζουν κάποιον με σκοπό να τους ανταποδώσει διάφορες εξυπηρετήσεις
- εκλογική πελατεία : οι ψηφοφόροι ενός υποψηφίου ή ενός κόμματος που δίνουν την ψήφο τους με αντάλλαγμα διάφορες εξυπηρετήσεις