πελάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πελάτης, αρχαία λέξη < πελάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πελάτης αρσενικό (θηλυκό: πελάτισσα)

  1. στην Αρχαία Ρώμη, ο πληβείος που σύχναζε στο σπίτι ενός πλούσιου πατρικίου (πάτρονα) και δεχόταν τα δώρα και την προστασία του προσφέροντας ως αντάλλαγμα πολιτική υποστήριξη ή υπηρεσίες.
  2. ο εξυπηρετούμενος, ο αγοραστής που επισκέπτεται ένα κατάστημα ή έναν ελεύθερο επαγγελματία για να αγοράσει αγαθά ή υπηρεσίες
  3. αυτός που συχνάζει σε ένα κατάστημα.
  4. (πληροφορική) πρόγραμμα-πελάτης, υπολογιστής-πελάτης: ο υπολογιστής ή το πρόγραμμα που συνδέεται σε έναν εξυπηρετητή (server), για να αντλήσει δεδομένα.

32πχ Μεταφράσεις[]