περιστασιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιστασιακός περιστασιακή περιστασιακό
γενική περιστασιακού περιστασιακής περιστασιακού
αιτιατική περιστασιακό περιστασιακή περιστασιακό
κλητική περιστασιακέ περιστασιακή περιστασιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιστασιακοί περιστασιακές περιστασιακά
γενική περιστασιακών περιστασιακών περιστασιακών
αιτιατική περιστασιακούς περιστασιακές περιστασιακά
κλητική περιστασιακοί περιστασιακές περιστασιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιστασιακός < περίστασις + -ιακός (σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά circonstanciel)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περιστασιακός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση ή αφορά μια συγκεκριμένη περίσταση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ευκαιριακός, συγκυριακός
  2. που συμβαίνει εξαιτίας ορισμένων συγκυριών ή περιστάσεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]