πλαστογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλαστογραφία πλαστογραφίες
γενική πλαστογραφίας πλαστογραφιών
αιτιατική πλαστογραφία πλαστογραφίες
κλητική πλαστογραφία πλαστογραφίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλαστογραφία < ελληνιστική κοινή πλαστογραφία < πλαστός (< πλάθω) + γραφή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλαστογραφία θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος βάζει πλαστή υπογραφή σε έγγραφο
  2. η δημιουργία πλαστού εγγράφου ή η παραποίηση ενός γνήσιου

32πχ Μεταφράσεις[]