προβολέας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | προβολέας | προβολείς |
| γενική | προβολέα ή προβολέως |
προβολέων |
| αιτιατική | προβολέα | προβολείς |
| κλητική | προβολέα | προβολείς |
[
]
Ετυμολογία
- προβολέας < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
προβολέας αρσενικό