προλεταριάτο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | προλεταριάτο | προλεταριάτα |
| γενική | προλεταριάτου | προλεταριάτων |
| αιτιατική | προλεταριάτο | προλεταριάτα |
| κλητική | προλεταριάτο | προλεταριάτα |
[
]
Ετυμολογία
- προλεταριάτο < λατινική proletarius < proles (απόγονος)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
προλεταριάτο ουδέτερο
- (σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία) η τάξη των προλεταρίων, των μισθωτών εργατών, αυτών που ζουν μόνο από το μεροκάματό τους και δεν κατέχουν μέσα παραγωγής
- (στην αρχαία Ρώμη) η κατώτερη οικονομική τάξη, η τάξη των προλεταρίων, αυτών που δεν φορολογούνταν, διότι δεν είχαν εισοδήματα, και υπηρετούσαν την πατρίδα μέσω των απογόνων τους
[
]
[
]
Μεταφράσεις
προλεταριάτο