πρόδρομος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Πρόδρομος, πρόδομος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόδρομος πρόδρομοι
γενική προδρόμου προδρόμων
αιτιατική πρόδρομο προδρόμους
κλητική πρόδρομε πρόδρομοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόδρομος < αρχαία ελληνική πρόδρομος < πρό + δρόμος (επίθετο: γαλλική prodrome < αρχαία ελληνική πρόδρομος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόδρομος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που προπορεύεται
  2. που εμφανίζεται πριν από κάποιον άλλον
  3. (συνεκδοχικά) που προπαρασκευάζει τη δράση άλλου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πρόδρομος πρόδρομη πρόδρομο
γενική πρόδρομου πρόδρομης πρόδρομου
αιτιατική πρόδρομο πρόδρομη πρόδρομο
κλητική πρόδρομε πρόδρομη πρόδρομο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρόδρομοι πρόδρομες πρόδρομα
γενική πρόδρομων πρόδρομων πρόδρομων
αιτιατική πρόδρομους πρόδρομες πρόδρομα
κλητική πρόδρομοι πρόδρομες πρόδρομα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρόδρομος, -η, -ο






32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]