πρύτανης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρύτανης πρυτάνεις
γενική πρύτανη & πρυτάνεως πρυτάνεων
αιτιατική πρύτανη πρυτάνεις
κλητική πρύτανη πρυτάνεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρύτανης < αρχαία ελληνική πρύτανις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρύτανης αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό: (λόγιο) πρύτανις & πρυτάνισσα)

  1. (ιστορία) στην αρχαία Ελλάδα, ανώτατος άρχοντας
  2. (ιστορία) στην αρχαία Αθήνα, καθένας από τους πενήντα βουλευτές της ίδιας φυλής, που διοικούσαν τη βουλή κατά το ένα δέκατο κάθε χρόνου
  3. καθηγητής ή καθηγήτρια ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, που εκλέγεται από το Διοικητικό Συμβούλιο για ορισμένη θητεία (ένα, δύο ή τρία χρόνια), ως προϊστάμενος της διοίκησης του ιδρύματος
  4. (μεταφορικά) τιμητική έκφραση για κάποιο ηλικιωμένο αλλά και εξέχον πρόσωπο που θεωρείται ότι έχει κορυφαία προσφορά στον τομέα του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]