πόρπη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πόρπη < αρχαία ελληνική πόρπη < πείρω
Βοιωτική πόρπη (2) με γοργόνειο, του 6ου αι. π.Χ., Λούβρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πόρπη θηλυκό

  1. η αγκράφα της ζώνης για τη μέση, κυρίως η πολυτελής που είναι από μόνη της κόσμημα
  2. (αρχαιολογία) το κόσμημα με το οποίο συγκρατούσαν στους ώμους τον πέπλο και τον χιτώνα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: περόνη
  3. καρφίτσα για τα μαλλιά


32πχ Μεταφράσεις[]