ραγιάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ραγιάς ραγιάδες
γενική ραγιά ραγιάδων
αιτιατική ραγιά ραγιάδες
κλητική ραγιά ραγιάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αραβικής προέλευσης λέξη (ράγι=κοπάδι) που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για τους μη μουσουλμάνους κατοίκους της Τουρκίας. Η σημασία της λέξης ήταν περιφρονητική και είχε την έννοια του σκλάβου. Η πλειοψηφία των ρ. ήταν Έλληνες, Αρμένιοι, Εβραίοι και Φράγκοι. Είχαν ελάχιστα δικαιώματα, τους απαγορευόταν να έχουν τις συνήθειες των Τούρκων σ` ό,τι αφορά το ντύσιμο, την κατοικία κ.λ.π. και ήταν υποχρεωμένοι να προσκυνούν τους Τούρκους και να καταβάλλουν κεφαλικό φόρο, το λεγόμενο "χαράτσι". Μέχρι το 1632 οι ρ. υπόκεινταν και στο φοβερό "φόρο αίματος", το παιδομάζωμα.

ραγιάς < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ραγιάς αρσενικό

  1. ο χριστιανός υπήκοος (υποτελής-σκλάβος) του σουλτανου στα χρόνια της τουρκοκρατίας

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]