σιλουέτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σιλουέτα | σιλουέτες |
| γενική | σιλουέτας | |
| αιτιατική | σιλουέτα | σιλουέτες |
| κλητική | σιλουέτα | σιλουέτες |
[
]
Ετυμολογία
- σιλουέτα < γαλλική silhouette
[
]
Ουσιαστικό
σιλουέτα θηλυκό
- μορφή, άνθρωπος (ή σπανιότερα κάτι άλλο) του οποίου διακρίνεται μόνο το γενικό σχήμα
- η μορφή ενός λεπτού και κομψού ανθρώπινου σώματος
- Πώς τα καταφέρνεις και διατηρείς τη σιλουέτα σου;
[
]
Μεταφράσεις
σιλουέτα