συμβολή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συμβολή | συμβολές |
| γενική | συμβολής | συμβολών |
| αιτιατική | συμβολή | συμβολές |
| κλητική | συμβολή | συμβολές |
[
]
Ετυμολογία
- συμβολή < αρχαία ελληνική συμβολή
[
]
Ουσιαστικό
συμβολή θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμβάλλω, το πνευματικό ή υλικό έργο που κάποιος έκανε στα πλαίσια μιας κοινής ενέργειας ή προσπάθειας
- το σημείο που συναντιούνται και ενώνονται δύο ή περισσότεροι δρόμοι, ποτάμια, αρτηρίες κλπ.
[
]
Μεταφράσεις
συμβολή
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- συμβολή < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Επίθετο
συμβολή θηλυκό
- η συνάντηση
- η συναρμολόγηση
- (για τα οστά) η άρθρωση
- ο ρεφενές
- (μεταφορικά) η μάχη