σύμφωνο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σύμφωνο | σύμφωνα |
| γενική | συμφώνου | συμφώνων |
| αιτιατική | σύμφωνο | σύμφωνα |
| κλητική | σύμφωνο | σύμφωνα |
[
]
Ετυμολογία
- σύμφωνο < αρχαία ελληνική σύμφωνον < ουδέτερο του σύμφωνος
[
]
Ουσιαστικό
σύμφωνο ουδέτερο
- (γλωσσολογία) φθόγγος που παράγεται από το στένεμα ή τη φραγή του αέρα από τα φωνητικά όργανα
- (πολιτική) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών
[
]
Δείτε επίσης
- κατηγορίες των συμφώνων στη φωνητική:
- άηχα, διχειλικά, ηχηρά, κλειστά, μονοπαλλόμενα, οδοντικά, ουρανικά, προσεγγιστικά, προστριβόμενα, ρινικά, τριβόμενα, υπερωικά, φατνιακά, χειλοδοντικά