συμβόλαιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμβόλαιο συμβόλαια
γενική συμβολαίου συμβολαίων
αιτιατική συμβόλαιο συμβόλαια
κλητική συμβόλαιο συμβόλαια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συμβόλαιο < αρχαία ελληνική συμβόλαιον < συμβάλλω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /siɱ.ˈvɔ.lɛ.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συμβόλαιο ουδέτερο

  1. γραπτή συμφωνία με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις το ένα απέναντι στο άλλο
    συμβόλαιο αγοράς κατοικίας
    το Κοινωνικό Συμβόλαιο είναι μια από τις θεμελιώδεις αντιλήψεις του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού

Εκφράσεις[]

  • ο λόγος μου συμβόλαιο: είμαι γνωστός για την εντιμότητά μου και όταν δίνω τον λόγο μου για κάτι ισοδυναμεί ηθικά με γραπτό συμβόλαιο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]