τεντωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τεντωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τεντώνω

[] Open book 01.svg Μετοχή

τεντωμένος, -η, -ο

  1. που έχει τεντωθεί
  2. (μεταφορικά) αυτός που δεν είναι χαλαρός ψυχικά

[] Εκφράσεις

  • σε τεντωμένο σχοινί

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη