τροχοπέδη
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πίνακας περιεχομένων
1
Ελληνικά (el)
1.1
Ετυμολογία
1.2
Ουσιαστικό
1.2.1
Μεταφράσεις
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
τροχοπέδη
<
τροχός
+
πέδη
[
]
Ουσιαστικό
τροχοπέδη
μηχανισμός που επιβραδύνει την ταχύτητα τροχού που περιστρέφεται
συνώνυμα:
φρένο
εμπόδιο
[
]
Μεταφράσεις
τροχοπέδη
γαλλικά
:
frein
(fr)
Κατηγορίες
:
Ελληνική γλώσσα
Ουσιαστικά (ελληνικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Suomi
Français
Magyar
Limburgs
Polski