τσάπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τσάπα | τσάπες |
| γενική | τσάπας | τσαπών |
| αιτιατική | τσάπα | τσάπες |
| κλητική | τσάπα | τσάπες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
τσάπα θηλυκό
- εργαλείο για σκάψιμο που έχει ξύλινη λαβή και κάθετα σ' αυτήν ένα μεταλλικό τετράγωνο κοφτερό εξάρτημα, επίπεδο ή ελαφρώς κυρτό
- εξάρτημα μηχανήματος χωματουργικών εργασιών που χρησιμοποιείται για εργασίες παρόμοιες με της τσάπας (1)
- (κατ' επέκταση) το μηχάνημα που "φοράει" το εξάρτημα