τσάπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

τσάπες
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσάπα τσάπες
γενική τσάπας τσαπών
αιτιατική τσάπα τσάπες
κλητική τσάπα τσάπες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τσάπα < ιταλική zappa
τσάπα (3)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

τσάπα θηλυκό

  1. εργαλείο για σκάψιμο που έχει ξύλινη λαβή και κάθετα σ' αυτήν ένα μεταλλικό τετράγωνο κοφτερό εξάρτημα, επίπεδο ή ελαφρώς κυρτό
  2. εξάρτημα μηχανήματος χωματουργικών εργασιών που χρησιμοποιείται για εργασίες παρόμοιες με της τσάπας (1)
  3. (κατ' επέκταση) το μηχάνημα που "φοράει" το εξάρτημα

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες