τσέπη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τσέπη | τσέπες |
| γενική | τσέπης | τσεπών |
| αιτιατική | τσέπη | τσέπες |
| κλητική | τσέπη | τσέπες |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
τσέπη θηλυκό
- μέρος του παντελονιού όπου μπορούμε να βάλουμε μικρά αντικείμενα (κλειδιά, χρήματα, ...)
- σκίστηκε η τσέπη του κι έχασε τα ψιλά του
- (κατ' επέκταση) λέγεται για κάτι που είναι πολύ πιο μικρό από το κανονικό
- αεροπλάνο τσέπης
- λιμουζίνα τσέπης
Εκφράσεις [
]
- βάζω το χέρι στην τσέπη: ξοδεύω (συνήθως με θετική χροιά)
- δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσεις, βάζει εύκολα το χέρι στην τσέπη
- βάζω το χέρι βαθιά στην τσέπη: ξοδεύω υπέρογκα ποσά
- έχει γεμάτη τσέπη, έχει φουσκωμένη τσέπη: έχει οικονομική άνεση
- μην ανησυχείς γι' αυτόν, έχει γεμάτη τσέπη
- έχει καβούρια η τσέπη του, έχει καβούρια στην τσέπη του: είναι τσιγκούνης
- χάνεις τον καιρό σου παρακαλώντας τον, η τσέπη του έχει καβούρια
- (δεν) το αντέχει η τσέπη μου, (δεν) το σηκώνει η τσέπη μου: (δεν) μπορώ να το πληρώσω, (δεν) έχω την ευχέρεια να το πληρώσω
- δεν μπορώ να πάω στις Μπαχάμες, η τσέπη μου δεν το αντέχει
- έχει τρύπιες τσέπες: είναι σπάταλος
- κοιτάει τις τσέπες του: είναι τσιγκούνης, φιλοχρήματος // (μεταφορικά) είναι συμφεροντολόγος
- μένω με άδειες τσέπες: μένω από λεφτά, ξεμένω από λεφτά
- πληρώνω από την τσέπη μου: πληρώνω κάτι με δικά μου λεφτά
- το βάζω στην τσέπη: εισπράττω παράνομα
- το 'χω στην τσέπη: είμαι σίγουρος ότι θα το αποκτήσω
- τον έχω στην τσέπη μου: τον κάνω ό,τι θέλω, κάνει ό,τι του λέω, τον απατώ
- μην ανησυχείς γι' αυτόν, τον έχω στην τσέπη μου
Παροιμίες [
]
- τα σάβανα δεν έχουν τσέπες