τσιγκούνης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική τσιγκούνης τσιγκούνα τσιγκούνικο
γενική τσιγκούνη τσιγκούνας τσιγκούνικου
αιτιατική τσιγκούνη τσιγκούνα τσιγκούνικο
κλητική τσιγκούνη τσιγκούνα τσιγκούνικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τσιγκούνηδες τσιγκούνες τσιγκούνικα
γενική τσιγκούνηδων (τσιγκούνων) τσιγκούνικων
αιτιατική τσιγκούνηδες τσιγκούνες τσιγκούνικα
κλητική τσιγκούνηδες τσιγκούνες τσιγκούνικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τσιγκούνης < τουρκική çingene (τσιγγάνος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ʦiŋ.ˈgu.nis/

Open book 01.svg Επίθετο[]

τσιγκούνης, -α, -ικο

  1. (κυριολεκτικά) που δε θέλει να ξοδεύει καθόλου δικά του λεφτά και τα σκέφτεται συνέχεια
    Η Μαρία είναι τσιγκούνα. Το σκέφτεται να πάρει καινούρια παπούτσια, ενώ τα δικά της πάλιωσαν και δεν της λείπουν τα χρήματα.
  2. (μεταφορικά) που δεν προσφέρει τίποτα σε ψυχικό ή ηθικό επίπεδο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]