επίπεδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίπεδο επίπεδα
γενική επιπέδου επιπέδων
αιτιατική επίπεδο επίπεδα
κλητική επίπεδο επίπεδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επίπεδο < επίπεδος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈpi.pɛ.ðɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επίπεδο ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) λεία ομοιόμορφη γεωμετρική επιφάνεια η οποία μπορεί να εφαρμόσει πλήρως με τον εαυτό της ακόμα και εν κινήσει
  2. (μεταφορικά) σπουδαιότητα, σημαντικότητα
    Το επίπεδο της συζήτησης ήταν πολύ χαμηλό.


32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

επίπεδο