επίπεδο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επίπεδο | επίπεδα |
| γενική | επιπέδου | επιπέδων |
| αιτιατική | επίπεδο | επίπεδα |
| κλητική | επίπεδο | επίπεδα |
Ετυμολογία [
]
- επίπεδο < επίπεδος
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ɛ.ˈpi.pɛ.ðɔ/
Ουσιαστικό [
]
επίπεδο ουδέτερο
- (μαθηματικά) λεία ομοιόμορφη γεωμετρική επιφάνεια η οποία μπορεί να εφαρμόσει πλήρως με τον εαυτό της ακόμα και εν κινήσει
- (μεταφορικά) σπουδαιότητα, σημαντικότητα
- Το επίπεδο της συζήτησης ήταν πολύ χαμηλό.
Μεταφράσεις [
]
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
επίπεδο