γενναιόδωρος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική γενναιόδωρος γενναιόδωρη γενναιόδωρο
Γενική γενναιόδωρου γενναιόδωρης γενναιόδωρου
Αιτιατική γενναιόδωρο γενναιόδωρη γενναιόδωρο
Κλητική γενναιόδωρε γενναιόδωρη γενναιόδωρο
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική γενναιόδωροι γενναιόδωρες γενναιόδωρα
Γενική γενναιόδωρων γενναιόδωρων γενναιόδωρων
Αιτιατική γενναιόδωρους γενναιόδωρες γενναιόδωρα
Κλητική γενναιόδωροι γενναιόδωρες γενναιόδωρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

γενναιόδωρος < γενναίος + δώρο

Open book 01.svg Επίθετο

γενναιόδωρος

  • αυτός που δίνει περισσότερο από ό,τι είναι αναγκαίο, που δίνει χωρίς να υπολογίζει
γενναιόδωρη πράξη
γενναιόδωρος προϋπολογισμός

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες