γενναιόδωρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γενναιόδωρος γενναιόδωρη γενναιόδωρο
γενική γενναιόδωρου γενναιόδωρης γενναιόδωρου
αιτιατική γενναιόδωρο γενναιόδωρη γενναιόδωρο
κλητική γενναιόδωρε γενναιόδωρη γενναιόδωρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γενναιόδωροι γενναιόδωρες γενναιόδωρα
γενική γενναιόδωρων γενναιόδωρων γενναιόδωρων
αιτιατική γενναιόδωρους γενναιόδωρες γενναιόδωρα
κλητική γενναιόδωροι γενναιόδωρες γενναιόδωρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γενναιόδωρος < γενναίος + δώρο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γενναιόδωρος

  • αυτός που δίνει περισσότερο από ό,τι είναι αναγκαίο, που δίνει χωρίς να υπολογίζει
γενναιόδωρη πράξη
γενναιόδωρος προϋπολογισμός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]