τσόκαρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσόκαρο τσόκαρα
γενική τσόκαρου τσόκαρων
αιτιατική τσόκαρο τσόκαρα
κλητική τσόκαρο τσόκαρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τσόκαρο < βενετική zocaro < ιταλικά zoccolo < λατινικά socculus, υποκοριστικό του soccus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τσόκαρο ουδέτερο

  1. πέδιλο ή παντόφλα με ξύλινο πέλμα
  2. (μεταφορικά-υβριστικά) γυναίκα που έχει ευτελή συμπεριφορά ή εμφάνιση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]