τυχερός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- τυχερός < μεσαιωνική ελληνική τυχερός < αρχαία τυχηρός < τύχη
[
]
Ουσιαστικό
τυχερός αρσενικό
- αυτός που έχει καλή τύχη
- αυτός που φέρνει καλή τύχη, που διέπεται, εξαρτάται από την τύχη
- πολύ τυχερός είναι ο Γιώργος... έτυχε το τζόκερ!!!
συνώνυμα: → δείτε τη λέξη: γούρικος
αντώνυμα: → δείτε τη λέξη: γρουσούζης
- πολύ τυχερός είναι ο Γιώργος... έτυχε το τζόκερ!!!