τύρφη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τύρφη | - |
| γενική | τύρφης | - |
| αιτιατική | τύρφη | - |
| κλητική | τύρφη | - |
[
]
Ετυμολογία
- τύρφη < αγγλική turf
[
]
Ουσιαστικό
τύρφη θηλυκό
- σπογγώδης ελαφριά ύλη που προέρχεται από μερική αποσύνθεση φυτικών οργανισμών και χρησιμοποιείται σαν καύσιμο
[
]
[
]
Συνώνυμα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
σπογγώδης ύλη
|
|