τύρφη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τύρφη -
γενική τύρφης -
αιτιατική τύρφη -
κλητική τύρφη -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τύρφη < αγγλική turf

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τύρφη θηλυκό

  • σπογγώδης ελαφριά ύλη που προέρχεται από μερική αποσύνθεση φυτικών οργανισμών και χρησιμοποιείται σαν καύσιμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]