υποθήκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποθήκη υποθήκες
γενική υποθήκης υποθηκών
αιτιατική υποθήκη υποθήκες
κλητική υποθήκη υποθήκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποθήκη < αρχαία ελληνική ὑποθήκη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈθi.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποθήκη θηλυκό

  1. (νομικός όρος) δέσμευση ακίνητης περιουσίας ως εγγύηση για την εξόφληση χρέους
    έβαλα ως υποθήκη το σπίτι μας στη Λέρο για το δάνειο
  2. η συμβουλή ή παραίνεση και ιδιαίτερα οι συμβουλές που αφήνει ένας πατέρας στον γιο του ή ένας πολιτικός ηγέτης στο λαό του ύστερα απο το θάνατο του
  3. βιβλίο υποθηκών: το βιβλίο στο οποίο γίνεται η επίσημη καταγραφή των υποθηκών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]