αποθήκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποθήκη αποθήκες
γενική αποθήκης αποθηκών
αιτιατική αποθήκη αποθήκες
κλητική αποθήκη αποθήκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αποθήκη < αρχαία ελληνική ἀποθήκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αποθήκη θηλυκό

  1. χώρος (κτήριο ή μέρος κτηρίου) όπου φυλάσσονται αντικείμενα, πχ. εργαλεία, αγαθά ή εμπορεύματα, για την περίοδο που δεν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν
  2. κατάστημα χονδρικής πώλησης
  3. στρατιωτική μονάδα ανεφοδιασμού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]


32πχ Μεταφράσεις[]