αποθήκη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αποθήκη < αρχαία ελληνική ἀποθήκη
Ουσιαστικό [
]
αποθήκη θηλυκό
- χώρος (κτήριο ή μέρος κτηρίου) όπου φυλάσσονται αντικείμενα, πχ. εργαλεία, αγαθά ή εμπορεύματα, για την περίοδο που δεν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν
- κατάστημα χονδρικής πώλησης
- στρατιωτική μονάδα ανεφοδιασμού