φοιτητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φοιτητής φοιτητές
γενική φοιτητή φοιτητών
αιτιατική φοιτητή φοιτητές
κλητική φοιτητή φοιτητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φοιτητής < φοιτώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /fi.tiˈtis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φοιτητής αρσενικό, θηλυκό φοιτήτρια

  • φοιτητής της Φιλοσοφικής/Ιατρικής/του Παιδαγωγικού Τμήματος/του Χημικού
  • αιώνιος φοιτητής (αυτός που δεν παίρνει ποτέ ή αργεί πολύ να πάρει το πτυχίο του αλλά ειναι εγγεγραμμένος σε μια πανεπιστημιακή σχολή επί πολλά χρόνια)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]