φούστα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φούστα < φουστάνι ή πιθανόν από βενετική λέξη fusta
Ουσιαστικό [
]
φούστα θηλυκό
- ένδυμα, κυρίως γυναικείο, που καλύπτει το μέρος του σώματος κάτω από τη μέση και δεν έχει μπατζάκια
- η μίνι φούστα κάποτε θεωρήθηκε επανάσταση στη μόδα
- η σκοτσέζικη φούστα
- το τμήμα μιας ενδυμασίας που καλύπτει το μέρος του σώματος κάτω από τη μέση
- φόρεμα με κλος φούστα (κλος δηλαδή το κάτω μέρος του φορέματος)
- στενό και μακρύ πλοιάριο που χρησιμοποιούσαν κυρίως οι πειρατές της Μεσογείου < ίσως από βενετική fusta
- η πειρατική επιδρομή κατά το μεσαίωνα και την τουρκοκρατία