φράγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φράγμα φράγματα
γενική φράγματος φραγμάτων
αιτιατική φράγμα φράγματα
κλητική φράγμα φράγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φράγμα < αρχαία ελληνική φράγμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φράγμα ουδέτερο

  1. κατασκευή που εμποδίζει την ελεύθερη ροή ενός ποταμού και δημιουργεί μια τεχνητή λίμνη, υδατοφράκτης
    Το φράγμα του Ασουάν
    Το φράγμα στον ταμιευτήρα του Μαραθώνα, το φράγμα του Μόρνου, το φράγμα της Υλίκης, το φράγμα του Ευήνου
  2. κάτι που θεωρείται το ανώτατο όριο
    Το φράγμα του ήχου/Το ευρώ ξεπέρασε το φράγμα του δολαρίου
  3. εμπόδιο, οτιδήποτε φράζει
    Η μουσική βοηθά να ξεπεραστεί το φράγμα της γλώσσας και ενώνει τους λαούς


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]